Κοιτάζοντας τη Φύση με τα «μάτια» του Φώτη Κόντογλου

by - Νοεμβρίου 15, 2015


Φέτος κλείνει μισός αιώνας από το θάνατο του λογοτέχνη, αγιογράφου, και ζωγράφου Φώτη Κόντογλου...








Γράφει η Ελένη Ηλία*

Με αυτήν την αφορμή θα φωτίσουμε την ιδιαίτερη σχέση του συγκεκριμένου πνευματικού ανθρώπου με τη φύση, την ουσιαστική επαφή και επικοινωνία τους. Ο Κόντογλου τη θεωρεί πεδίο ανάδυσης κι επίλυσης υπαρξιακών προβληματισμών και αναζητήσεων. Η παρατήρησή της εξελίσσεται στα κείμενά του σε δημιουργική, διδακτική δραστηριότητα, με αποτέλεσμα την αυτογνωσία. Αυτή ακριβώς η προσέγγιση του φυσικού περιβάλλοντος, προκύπτει μεταξύ άλλων από μέρος των κειμένων που ο συγγραφέας έγραψε στην ωριμότητά του, στο πλαίσιο τακτικής συνεργασίας του με την εφημερίδα Ελευθερία από το 1948 έως το 1965, τα οποία αναφέρονται στη φύση και έχουν αναδημοσιευτεί στους τόμους «Θάλασσες, καΐκια και καραβοκύρηδες» (Εστία) και «Ευλογημένο καταφύγιο» (Ακρίτας). 

Στο σπίτι του, τη χρονιά του θανάτου του, 1965. 
Αρχείο Φώτη Κόντογλου,
 Ιστορικά και Φωτογραφικά Αρχεία 
Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου
Η λογοτεχνικότητα των συγκεκριμένων κειμένων παρά την περιορισμένη έκτασή τους έχει επανειλημμένα επισημανθεί στη σχετική βιβλιογραφία. Σε ενδεικτικό απόσπασμα αναφέρεται ότι ο συγγραφέας «άπλωνε τη ματιά του και τη δημιουργική του έφεση σε ακτίνα μακρινών οριζόντων. Στις περιορισμένες στήλες της εφημερίδας δεν μας άφησε δημοσιογραφικές επικαιρότητες αλλά κομμάτια τέχνης αντάξια της φήμης του» (απόσπασμα από τον Πρόλογο του Ι. Μ. Χατζηφρώτη, στον τόμο Θάλασσες, Καΐκια και Καραβοκύρηδες, εκδ. Εστία, 1977, σ.12). 



Ο τρόπος που ο Κόντογλου βλέπει κι αισθάνεται τη φύση, τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά που της προσδίδει, μαρτυρούν την προσωπική σχέση που έχει αναπτύξει μαζί της, την ουσιαστική επαφή και επικοινωνία τους. Σε πλήθος περιπτώσεων αναφέρεται στα άρθρα του τόσο στη συναισθηματική πληρότητα που προσφέρει στον ίδιο αυτός ο δεσμός όσο και ευρύτερα στην ευεργετική και ταυτόχρονα καθοριστική επίδραση της φύσης σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη. Αυτή η συνειδητοποίηση από μέρους του της ζωογόνου επίδρασης του φυσικού κόσμου συνιστά το λόγο για τον οποίο επιδιώκει να απομακρύνεται από την πόλη, να διακόπτει την καθημερινότητα, να απαλλάσσεται κατά διαστήματα από τις υποχρεώσεις που αυτή συνεπάγεται. Την ίδια ανάγκη αναγνωρίζει σε κάθε άτομο του πολιτισμένου κόσμου («Τα μακρινά νησιά» ό.π., σ.182). 

Η συγκεκριμένη τάση του Κόντογλου ερμηνεύει απόλυτα τη γοητεία που ασκούν σταθερά πάνω του οι παλιοί ταξιδευτές που επισκέπτονταν εξωτικούς τόπους, των οποίων οι κάτοικοι, αν και ήταν άγριοι, είχαν πολλά να τους διδάξουν με την απλότητα και την ξενοιασιά τους («Ταξίδια και ταξιδευτές», ό.π., σ. 150). Σύμφωνα μάλιστα με τον Ι.Μ. Χατζηφώτη αυτό που εκφράζει η θαλασσογραφία του Κόντογλου είναι ακριβώς η αναζήτηση της ξεκούρασης. Δεν πρόκειται ωστόσο απλώς για μια πρόσκαιρη ανάπαυλα αλλά για διαφυγή από τις «αθλιότητες» του κόσμου, για «άμυνα στη φθορά της καθημερινής ανίας και της συμβατικής ζωής (ό. π., σ. 33). Ως βάση της «μυστικής ανταπόκρισης» με το φυσικό κόσμο, τίθεται η διάθεση κι επιθυμία να γνωρίσεις το καθετί «όπως γνωρίζεις έναν άνθρωπο» (Το Παλάτι μου, ό.π., σ.27). Με τη συγκεκριμένη διάθεση ακούει το «τραγούδι» του γρύλλου, που τον συνδέει με την αιωνιότητα (Χαρά του Καλοκαιριού, ό.π., σσ. 48-49) ή «το βόγγο του πελάγου», επιδιώκοντας να αντιληφθεί το αδιάκοπα επαναλαμβανόμενο μήνυμα που του απευθύνει (Ευλογημένο Καταφύγιο, ό.π., σ.38). Η δε σιωπή που επικρατεί στα λιτά φυσικά ελληνικά τοπία είναι για τον Κόντογλου εξίσου εύγλωττη (Ανεξιχνίαστα Μυστήρια, ό.π., σ.287). 
Ο συγγραφέας αναφέρεται επίσης στην επίδραση που έχει στον ψυχισμό του η διαφοροποίηση του φωτισμού κατά την εναλλαγή της μέρας και της νύχτας. Επιπλέον αναφέρει ότι ο βαθύς και σκοτεινός ίσκιος των βουνών και των δέντρων κάτω από το φως του φεγγαριού ξεκουράζει την ψυχή του. Οι τόποι που είναι στραμμένοι κατά τη δύση την ώρα του ηλιοβασιλέματος με τη μεγάλη χρωματική ποικιλία, καθώς φαίνονται δοξασμένοι και αθάνατοι, ανακουφίζουν τον εσωτερικό του κόσμο. Η ανατολή του ήλιου του προσφέρει αισιόδοξη διάθεση. Τέλος ο ανοιχτός ορίζοντας του χαρίζει χαρά και ειρήνη στην ψυχή, όπως ακριβώς συμβαίνει και με την άνυδρη γη στις ερημικές τοποθεσίες (τόμος Ευλογημένο Καταφύγιο, σσ. 35, 67, 122, 123, 128, 129, 288 και Ο Βοριάς και η Νοτιιά, ό.π., σ. 56). 

Η δύναμη της φύσης διαπιστώνεται επίσης στην καθοριστική επίδρασή της στη διαμόρφωση του ανθρώπινου χαρακτήρα, όπως επισημαίνεται σε αρκετές περιπτώσεις στην αρθρογραφία του Κόντογλου. Το γεγονός ότι οι Έλληνες δεν καταβάλλονται από απελπισία ή μοναξιά αποδίδεται από το συγγραφέα στην ήμερη φύση του Ελλαδικού χώρου. Η απλότητα και η καθαρότητα της ελληνικής φύσης διακρίνεται στα συναισθήματα των ανθρώπων αλλά και στην καλλιτεχνική έκφρασή τους σε όλες τις ιστορικές περιόδους. Η λιτότητα και η αρμονία συνιστά κοινό χαρακτηριστικό τόσο των ερειπίων των αρχαίων κτισμάτων όσο και της αρχιτεκτονικής και των αγιογραφιών στα ερημοκκλήσια (τ. Ευλογημένο Καταφύγιο, σσ. 23, 135-137). Ενδεικτικό της ανυπέρβλητης επίδρασης του φυσικού κόσμου είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το άρθρο «Οι φάροι κι οι κατάδικοί τους», που αναφέρεται στους φαροφύλακες των λεγόμενων άγριων φάρων: Η ψυχή τους γίνεται με τον καιρό σαν πέτρα, σαν το βράχο που σηκώνει το φάρο. Στο τέλος γίνονται αδιάφοροι για όλα. Δεν λογαριάζουν μήτε αρρώστα μήτε θάνατο (τ. Θάλασσες, καΐκια και καραβοκύρηδες, σ. 67).

Για τον Κόντογλου η εσωτερική πνευματική ζωή έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από τα υλικά πράγματα, τον «έξω κόσμο» (Π. Β. Πάσχου, «Η ζωντανή και η νεκρή παράδοση» στον τ. Ευλογημένο Καταφύγιο, ό.π., σ. 354). Η αγριεμένη θάλασσα, ο ήχος των κυμάτων, οι βράχοι, ακόμη και οι πιο μικρές πέτρες υπενθυμίζουν στο συγγραφέα την έννοια της αιωνιότητας και συνακόλουθα τη θεϊκή παντοδυναμία (τ. Ευλογημένο Καταφύγιο, ό. π. σσ. 36-37, 52-53 και τ. Θάλασσες, Καΐκια και Καραβοκύρηδες, ό.π., σσ. 50, 72). 


Η πεμπτουσία της φιλοσοφίας του Κόντογλου συνίσταται στην απλότητα που διακρίνει το φυσικό περιβάλλον. Αυτή η απλότητα που κατά το συγγραφέα χαρακτηρίζει ειδικότερα την ελληνική φύση, αποδίδεται σε κείμενό του με τη φράση: «Τη πτωχεία τα πλούσια», με την οποία επισημαίνονται το πνευματικό βάθος, οι μυστικοί θησαυροί που ενυπάρχουν στη φαινομενική απλότητα της φύσης μας (τ. Ευλογημένο Καταφύγιο, ό. π., σσ. 133, 135, 139). Αναλύοντας τη φυσική αυτή απλότητα, ο συγγραφέας ανακαλύπτει την ομορφιά, την αρμονία, την ισορροπία, την αμεσότητα, τη σοφία, την πληρότητα, την αλήθεια που την απαρτίζουν. Στο άρθρο του «Ο Ροβινσώνας Κρούσος», αναφερόμενος ο Κόντογλου στο λογοτεχνικό έργο του Ντάνιελ Ντεφόε, σημειώνει: «Από μικρός είχα την ιδέα πως τα απλά πράγματα είναι τα πιο αληθινά και τα πιο καλά, και την έχω ακόμα κι όχι μονάχα την έχω ακόμα, μα όσο περνάνε τα χρόνια τόσο πιστεύω πως είχα δίκιο» (τ. Θάλασσες, Καΐκια και Καραβοκύρηδες, σ. 174). Την απλότητα μάλιστα που του διδάσκει η φύση, ο συγγραφέας την εφαρμόζει στην έκφρασή του, ώστε αυτή να θεωρείται το χαρακτηριστικότερο στοιχείο του συνόλου του έργου του. Ο Κόντογλου θεωρήθηκε μάλιστα «δάσκαλος» του Βενέζη στην αναζήτηση της γοητείας του απλού λόγου (Mario Vitti, Η γενιά του Τριάντα, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1987, σσ. 210, 251). 

Ολοκληρώνοντας τη σύντομη προσέγγισή μας, εκφράζουμε την πεποίθηση πως η δύναμη της πένας του Κόντογλου σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη οπτική του, που εδράζεται και στην ελληνορθόδοξη παράδοση, μπορεί διαχρονικά να μυεί τους αναγνώστες του στην αίσθηση ενότητας με τον φυσικό κόσμο, που τον διακατείχε. Όπως σχετικά αναφέρει ο Π. Β. Πάσχος, «ο ποιητής μας γίνεται ένα με τα κτίσματα του Θεού… Μας περνάει, με τη δική του αίσθηση, τους ήχους και τις αποχρώσεις των απλών πραγμάτων και βρίσκει τους δρόμους και τα νήματα που μας συνδέουν μαζί τους («Η ζωντανή και η νεκρή παράδοση», στον τόμο Φώτης Κόντογλου: Ευλογημένο Καταφύγιο, ό.π., σσ. 347, 360). Κατά συνέπεια, η ανάγνωση της αφηγηματογραφίας και των λοιπών κειμένων του θα μπορούσε ανεπιφύλακτα να προταθεί σαν αντιστάθμισμα στην αλλοτρίωση που προκαλούν οι σημερινές συνθήκες ζωής.

* Η Ελένη Ηλία είναι Δρ. Λογοτεχνίας.

You May Also Like

0 comments

Το μήνυμα σας