Τέσσερις άστεγοι επιστρέφουν στη ζωή

by - Σεπτεμβρίου 23, 2015


Από νοικοκύρηδες, έμειναν στον δρόμο τον καιρό της κρίσης και τώρα προσπαθούν να ξανασταθούν στα πόδια τους.








Τέσσερις άνθρωποι που προβάλλουν την αισιόδοξη πλευρά της κρίσης και επιβεβαιώνουν όλους εκείνους που υποστηρίζουν ότι το σημαντικό, όταν πέσεις, είναι να σηκωθείς ξανά.

Ο ΚΩΣΤΑΣ

Επί τρία χρόνια, ο Κώστας κοιμόταν σε sleeping bag στην παραλία της Βούλας. Τώρα, ενθουσιασμένος, περιμένει να του φέρουν το καινούργιο κρεβάτι. Εδώ και λίγες ημέρες φοράει στο λαιμό του το «κλειδί της ευτυχίας» που ανοίγει την γκαρσονιέρα στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας.

«Μόλις τη νοίκιασα», λέει, «δεν ξέρεις τι χαρά είναι να είσαι αυτάρκης». «Προ κρίσης ήμουν ο Κώστας, ο διακοσμητής. Μετά έγινα ο άστεγος της παραλίας», λέει ο 53χρονος Κώστας.
Έξι χρόνια πριν, εργαζόταν ως ζωγράφος και έκανε ανακαινίσεις, νοίκιαζε διαμέρισμα στη Βάρκιζα μαζί με τη σύντροφό του και έψαχνε να αγοράσει σπίτι στα νότια προάστια.

«Έπεσα έξω όταν "έσκασαν" 85 χιλιάρικα ακάλυπτες επιταγές και ανέλαβα την ευθύνη. Ξεχρέωσα τα πάντα με τα 200.000 ευρώ που είχαμε σε καταθέσεις. Μου έμειναν 32.000 και έπιασα μια δουλίτσα. Μέχρι το τέλος του 2010 έβγαζα 1.500 ευρώ το μήνα. Με τσάκισαν οι εφορίες και οι περαιώσεις. Δούλευα μέχρι τα μέσα του 2011, Δεκέμβριο βγήκα στο δρόμο». Κρύο, αέρας, υγρασία και σκοτάδι σε ένα παράπηγμα στην παραλία της Βούλας. «Δύο χρόνια κοιμόμουν στην άμμο. Αν πρέπει να ζήσεις το κάνεις. Έχω καπνίσει γόπες, έχω μείνει νηστικός. Μόνο ένα δόντι μου έλειψε. Το έβαλα και αυτό. Ποτέ δεν άπλωσα χέρι, δεν χρωστάω ούτε ένα ευρώ και μπορώ βλέπω τη ζωή με αισιοδοξία.»

Πέρυσι φιλοξενήθηκε στην κοινωνική πολυκατοικία του Δήμου Αθηναίων. «Το δωμάτιό μου ήταν υπόγειο, περίπου όσο αυτή η γκαρσονιέρα. Μόνο που εδώ, στο κουδούνι, γράφει το όνομά μου». Μπάνιο έκανε με το λάστιχο και στα «λουτρά των αστέγων». «Πώς να βρεις δουλειά κάτω από αυτές τις συνθήκες; Αν δεν πας καθαρός, με το πουκάμισο καθαρό και σιδερωμένος… Δεν με προσλάμβανε κανείς». «Με κάτι μεροκαματάκια», συνεχίζει, «βγάζω 200 -250 ευρώ. Πάω στην εφορία σου, αν δεν προλαβαίνεις, βάφω και κάνω μεταφορές. Έτσι πληρώνω το νοίκι και τους λογαριασμούς και με τη στήριξη του Δήμου Αθηναίων. Μπήκα στο πρόγραμμα στέγασης και επανένταξης και μου δίνουν βοήθημα».

Κάποτε ανήκε στη μεσαία τάξη. Πρώτο βράδυ εκτός σπιτιού: «Δεν έμεινα πουθενά. Οι ώρες δεν περνούσαν με τίποτα. Μπήκα στο τραμ και κατέληξα στην παραλία. ¨Ήταν παραμονές του 2012, Χριστούγεννα, και ο κόσμος γιόρταζε... Ρεμβάζοντας, αποφάσισα πως θα κινηθώ», αφηγείται. Τρία χρόνια μετά, σχεδιάζει τη δική του επιχείρηση, που θα χρηματοδοτηθεί με crowdfunding και θα είναι ένα πολυσυνεργείο που θα αναλαμβάνει οικιακές μικροεπισκευές. «Θα γίνω ο μπάρμπα-Μήτσος χωρίς τις κακές συνήθειες του μπάρμπα-Μήτσου. Στόχος μου είναι να στηρίξω τους ανθρώπους που στάθηκαν άτυχοι δίνοντάς τους δουλειά και να προσφέρω διευκολύνσεις στον πελάτη». «Θα γίνει κουκλίστικο», λέει, ανοίγοντας το παράθυρό που βλέπει στο ντουβάρι του ακάλυπτου. Για τον «άστεγο της παραλίας», όπως αποκαλεί τον εαυτό του, είναι «σπίτι με υπέροχη θέα».


Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

Ο Αλέξανδρος Καϊάφας, άστεγος για ένα χρόνο, ζούσε από το συσσίτιο του Δήμου Αθηναίων. Τους τελευταίους μήνες, πηγαίνει για ψώνια και μαγειρεύει μόνος του στην κουζίνα της μικρής μονοκατοικίας που βρίσκεται στην κορυφή του λόφου, στην Παλλήνη. Όταν γύρισε το κλειδί, κρατώντας αγκαλιά το σκύλο του, μπήκε «στο παλάτι» και είπε: «Αλέκο, είσαι βασιλιάς, και εσύ, Σήφη, είσαι αρχοντόσκυλο».
Μέχρι το 2011 ζούσε στην Καλλιθέα, εργαζόταν επί 16 χρόνια σε βιομηχανία γάλακτος, 8 χρόνια ως διανομέας και 8 χρόνια στην παραγωγή. Ήταν πάντα συνεπής στους λογαριασμούς και δεν χρωστούσε πουθενά. «Δεν ήμουν πλούσιος, αλλά είχα μια τακτοποιημένη ζωή», λέει. Μετά την απόλυσή του, το 2011, προσπάθησε να μείνει όρθιος, αλλά δεν τα κατάφερε: «Έχασα τη δουλειά μου και χώρισα έπειτα από λίγο. Ό,τι και να μας συμβεί, πρέπει να έχουμε το κεφάλι ψηλά». Σήμερα εργάζεται καθημερινά ως πωλητής του περιοδικού δρόμο «σχεδία» και απασχολείται «σε μικροδουλειές που μου ζητούν. Τις γιορτές, για παράδειγμα, ντύνομαι με στολές για να φωτογραφίζονται τα παιδάκια στις πλατείες. Το καλοκαίρι προσέχω μήπως χτυπήσουν στο τραμπολίνο. Ζω με περίπου 350 ευρώ το μήνα. Και να φανταστείς ότι μέχρι το 2009 ο μισθός μου ήταν 1.000 ευρώ. Μετά έφυγε το «1» και έμειναν μόνο τα μηδενικά».

Μάταια τηλεφωνούσε σε αγγελίες, όταν απολύθηκε. «Στην αρχή κάτι γινόταν. Πότε δούλευα ντελιβεράς, πότε σερβιτόρος, πότε μοίραζα φυλλάδια και έκανα μεταφορές. Κάποια περίοδο πάγωσαν όλα. Πέρασαν μέρες που δεν είχα ένα ευρώ για ψωμί, πολλές φορές ξέμενα από τσιγάρα. Περπατούσα Σαββατόβραδο, στο κέντρο, και ευχόμουν να πετύχω κάποιον γνωστό να του κάνω τράκα, γιατί ντρεπόμουν να ζητήσω τσιγάρο από αγνώστους. Είναι μεγάλη χαρά να μπορείς να καλύπτεις τα προσωπικά σου έξοδα».
Ακόμα και στα δύσκολα, όταν ήταν άστεγος και έψαχνε απεγνωσμένα ένα φίλο να τον φιλοξενήσει, είχε μέσα του «μια κρυφή πηγή δύναμης. Έλεγα:«Κάτι θα γίνει, κάτι θα βρεθεί και θα ξαναμπώ σε σπίτι. Τίποτα δεν μου λείπει τώρα. Έχω μάθει να περνάω καλά με τα λίγα. Έτσι φιλαράκο μου;» λέει κοιτάζοντας το ζωηρό γκριφόν που κάθεται δίπλα του στον γωνιακό καναπέ του σαλονιού.
«Τα περισσότερα έπιπλα μού τα χάρισαν, άλλα τα αγόρασα σιγά σιγά και άλλα τα έφτιαξα μόνος». Τα βράδια απολαμβάνει τη θαλπωρή του σπιτιού, παίζοντας με το σκύλο και ακούγοντας βινύλια. «Αυτό που μου έλειψε πιο πολύ, όσο ήμουν άστεγος, ήταν ο Σήφης. Δεν ήθελα να περάσει δύσκολα και τον άφησα στην πρώην για να έχεις τις ανέσεις του. Τώρα που είμαι όρθιος ξανά, τον πήρα πίσω. Έπρεπε να δεις χαρές… Η ουρά του έκανε σαν μοτεράκι».

Η ΔΗΜΗΤΡΑ

«Έχω ένα διαμέρισμα στο Μετς και μια αυλίτσα. Έχω και τα σκυλιά μου και τη ζέστη μου το χειμώνα. Δεν φοβάμαι τίποτα», λέει η Δήμητρα Πιάγκου. Στα 60 της, αντί να απολαμβάνει τους κόπους μια ζωής, έχασε το σπίτι της και βρέθηκε άστεγη στο δρόμο.
«Το έκλεισα έπειτα από 32 χρόνια», λέει αναφερόμενη στο καθαριστήριο που διατηρούσε στη Κατεχάκη. «Είχα δάνειο, χρωστούσα στο ταμείο, με έπνιξαν τα χρέη». Το μαγαζί της βγήκε σε πλειστηριασμό και η σπιτονοικοκυρά τής έκανε έξωση. «Με το κρύο να τρυπάει το κόκαλο, το στομάχι να γουργουρίζει, και φαγητό να μη βρίσκω, έκανα μαύρες σκέψεις. Στο συσσίτιο δεν πήγα. Ντρεπόμουν».
Κοιμόταν σε παγκάκια, «ώσπου βρέθηκε μια αποθήκη. Γλίτωσα κάπως από το κρύο, αλλά οι συνθήκες μού δημιούργησαν αναπνευστική πνευμονοπάθεια». Σήμερα δουλεύει καθημερινά οκτάωρο στο δίκτυο «σχεδία» και με τα κέρδη από τις πωλήσεις του περιοδικού καλύπτει τα έξοδα για το ενοίκιο, τους λογαριασμούς και το σουπερμάρκετ.

Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

Στο ίδιο δίκτυο (του περιοδικού δρόμου «σχεδία») εργάζεται και ο Παναγιώτης Τριανταφυλλίδης. Πέρυσι, έμενε, όπως λέει, «στο ξενοδοχείο Ζάππειο, τρίτο παγκάκι δεξιά». Ύστερα από δέκα χρόνια χωρίς στέγη και ενώ φιλοξενήθηκε σε σπίτια φίλων, κατέληξε στο δρόμο. «Παλιότερα είχα ένα κρεβάτι να κοιμηθώ, με φιλοξενούσαν οι φίλοι. Πέρυσι, έφαγα το κρύο και τη βροχή με το κουτάλι», λέει ο 34χρονος.
«Γράμματα δεν ήξερα και δεν είχα τίποτα δικό μου, παρά δυο αλλαξιές. Δούλευα ως καντηλανάφτης σε νεκροταφεία και έπαιρνα 80 ευρώ το δίμηνο». Σήμερα νοικιάζει μια γκαρσονιέρα 22τ.μ. στην Κυψέλη «κοιμάμαι, ξεκουράζομαι, μαγειρεύω αν θέλω, βγαίνω έξω και τρώω. Μέχρι πέρυσι έτρωγα στο συσσίτιο». 
Η ζωή του άλλαξε όταν άρχισε να πουλάει το περιοδικό: «Με βλέπουν στο δρόμο και δεν με αναγνωρίζουν. Είναι που πήγα στον οδοντίατρο και έφτιαξα τα δόντια μου και χαμογελάω».

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Αγορά» (8 Αυγούστου 2015)

You May Also Like

0 comments

Το μήνυμα σας